Monthly Archives: December 2018

Πάνω από τα 5 δις ο τζίρος στις τηλεπικοινωνίες

Ξεπέρασε πέρυσι τα 5 δισ. ευρώ, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ο κύκλος εργασιών στις τηλεπικοινωνίες, σύμφωνα με την ετήσια επισκόπηση αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών , που δημοσίευσε η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.
Σύμφωνα με το ΑΠΕ- ΜΠΕ από την έκθεση προκύπτει πως στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες τα βασικά μεγέθη της εγχώριας αγοράς είτε κινήθηκαν θετικά είτε διατηρήθηκαν σε παρόμοια με το 2016 επίπεδα.
Πιο αναλυτικά στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες:
• Ο κύκλος εργασιών του κλάδου ξεπέρασε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά τα πέντε δισ. ευρώ, με τα έσοδα από τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο ποσοστό (88%). Το σύνολο των επενδύσεων μειώθηκε κατά 12% περίπου, αντιπροσωπεύοντας ωστόσο το 20% σχεδόν του συνολικού κύκλου εργασιών του κλάδου, με ισόποση κατανομή μεταξύ σταθερών και κινητών δικτύων (53% έναντι 47%).
• Η συμβολή του κύκλου εργασιών του κλάδου στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Ελλάδας ανήλθε στο 2,8%, ελαφρά μειωμένη σε σχέση με το 2016, δεδομένου ότι η αύξηση του ΑΕΠ ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη του κλάδου (2% έναντι 0,2%).
• Ο αριθμός των τηλεφωνικών γραμμών εξακολούθησε να αυξάνεται οριακά σε σχέση με το 2016 με τη διείσδυση να φθάνει σε ποσοστό 44,2% επί του πληθυσμού. Αντίθετα, η κίνηση σταθερής τηλεφωνίας σημείωσε πτώση κατά 4,5%, κυρίως λόγω της μείωσης της διάρκειας των εθνικών κλήσεων προς σταθερό καθώς και των διεθνών κλήσεων.
• Ο αριθμός των συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας ανήλθε σε 16,2 εκατ. παρουσιάζοντας αύξηση κατά 1,5% σε σχέση με το 2016, με τις ενεργές συνδέσεις να αυξάνονται συγκριτικά περισσότερο (3,2%) ανερχόμενες περίπου στα 13 εκατ.
• Οι σταθερές ευρυζωνικές συνδέσεις έφτασαν τις 3.795.410 γραμμές σημειώνοντας αύξηση κατά 4,9% και η ευρυζωνική διείσδυση έφθασε το 35,2% του πληθυσμού (έναντι 33,3% στο τέλος του 2016).
• Η διείσδυση της κινητής ευρυζωνικότητας έφθασε το 65,7% του πληθυσμού (έναντι 55,2% στο τέλος του 2016) κινούμενη σε χαμηλά ακόμα επίπεδα. Ωστόσο, τα περιθώρια βελτίωσης είναι σημαντικά λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι το ποσοστό πληθυσμιακής κάλυψης σε δίκτυα 4G πλησίασε το αντίστοιχο των δικτύων 3G (98% έναντι 99,6%) και αφετέρου ότι η πλειονότητα της διαδικτυακής κίνησης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά μέσω δικτύων 4G (56,7% το Δεκέμβριο του 2017 έναντι 32,6% τον Δεκέμβριο του 2016).
Αναφορικά με τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, το 2017:
• Τα συνολικά έσοδα της αγοράς παρουσίασαν μικρή άνοδο κατά 0,4% σε σχέση με το 2016, φτάνοντας τα 549,4 εκατ. ευρώ, προερχόμενα από τη διακίνηση 356,2 εκατ. αντικείμενων, 5,4% λιγότερων από την προηγούμενη χρονιά.
• Το μερίδιο εσόδων του Φορέα Παροχής Καθολικής Υπηρεσίας (ΦΠΚΥ) στη συνολική αγορά μειώθηκε στο 36% από 38% που ήταν το 2016, ενώ παράλληλα αυξήθηκε το μερίδιο των επιχειρήσεων ταχυμεταφορών στο 61% από 59%. Το μερίδιο των επιχειρήσεων με Ειδική Άδεια παρέμεινε σταθερό, στο 3%.
• Η διακίνηση ταχυδρομικών αντικειμένων εντός της χώρας (90%) απέφερε το μεγαλύτερο ποσοστό των εσόδων της ελληνικής ταχυδρομικής αγοράς (67%).
• Τα έσοδα από τη διακίνηση 43,4 εκατ. δεμάτων-μικροδεμάτων ανήλθαν σε 249,5 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας άνοδο κατά 4,2% σε σχέση με το 2016 χάρη στη δυναμική ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου.
• Τα έσοδα από τη διακίνηση 312,8 εκατ. φακέλων ανήλθαν σε 299,9 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση κατά 2,6% σε σχέση με το 2016, λόγω της συνεχιζόμενης υποκατάστασης της επιστολικής αλληλογραφίας από την ηλεκτρονική.
• Στην αγορά των ταχυμεταφορών εισήλθαν 79 νέες επιχειρήσεις, ανεβάζοντας το συνολικό πλήθος των επιχειρήσεων με Γενική Άδεια σε 543. Οι επιχειρήσεις ταχυμεταφορών διακίνησαν φακέλους σε ποσοστό 43% και δέματα-μικροδέματα σε ποσοστό 57% του πλήθους των αντικειμένων.

Φόροι ρεκόρ στην εποχή των μνημονίων

Όλα τα ρεκόρ έσπασε η φορολογία στην Ελλάδα την περίοδο των μνημονίων με την χώρα μας να αναδεικνύεται «πρωταθλήτρια»» στις φορολογικές επιβαρύνσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ . Όπως προκύπτει από την ετήσια έκθεση του Οργανισμού Public Revenue Statistics 2018, στην Ελλάδα τα συνολικά δημόσια έσοδα ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος έφθαναν στο 35,7% το 2014, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ ήταν 33,6%. Το τα δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτινάχθηκαν στο 39,4% ενώ ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ αυξήθηκε κατά μόλις 0,6 της μονάδας στο 34,2%.
Είναι δε εντυπωσιακό πως ενώ οι φόροι επί των εισοδημάτων και των κερδών (άμεσοι φόροι) διαμορφώθηκαν στο 9% του ΑΕΠ, οι πάσης φύσης φόροι σε αγαθά κι υπηρεσίες (έμμεσοι φόροι) έφτασαν στο 15,4% του ΑΕΠ και στο 39,1% του συνόλου των φόρων. Πρόκειται για επιβαρύνσεις, που ούτε οι πλούσιες χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Γερμανία (26,2% εσόδων), η Γαλλία (24,4% εσόδων) ή η Ολλανδία (29,1% εσόδων), προσεγγίζουν. Την περίοδο 2007- 2017, η αύξηση των φόρων στην Ελλάδα ήταν της τάξεως των 8,2 μονάδων του ΑΕΠ. Μόνο στα χρόνια των Μνημονίων, τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν από το 32% στο 39,4% του ΑΕΠ. Στο μεσοδιάστημα, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25% αλλά και πάλι σε απόλυτα μεγέθη, παρά την πρωτοφανή σε καιρό ειρήνης ύφεση, τα φορολογικά έσοδα από 95,9 δισ. δολάρια (για λόγους συγκρισιμότητας η έκθεση «μετρά» σε δολάρια) το 2010, ήταν 71,6 δισ. δολάρια το 2015 και αυξήθηκαν σε 78,9 δισ. δολάρια το 2017. Οι φόροι στην ακίνητη περιουσία εξαπλασιάστηκαν. Το 2010 αντιστοιχούσαν σε μόλις 0,2% του ΑΕΠ ή κοντά στα 600 εκατ. ευρώ. Τα τελευταία δεδομένα για το 2017 δείχνουν φόρους στην ακίνητη περιουσία δέκα φορές πάνω ως ποσοστό του ΑΕΠ (2,1%) ή έξι φορές πάνω σε απόλυτα μεγέθη, στα 3,7 δισ. ευρώ.

Θεόδωρος Φέσσας: «Η γραφειοκρατία και απρόβλεπτη φορολογία παρεμποδίζουν τις επενδύσεις»

Μία τεράστια προσαρμογή έχει πετύχει η ελληνική οικονομία, ανακάμπτει, ενώ παρουσιάζει ελκυστικές τιμές για όσους θέλουν να επενδύσουν. Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια, που θα πρέπει να άρει, όπως η γραφειοκρατία και οι συχνές αλλαγές στη φορολογία. Το μήνυμα αυτό , έστειλε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θεόδωρος Φέσσας από το βήμα συνεδρίου του Economist στο Βερολίνο για την οικονομική συνεργασία Γερμανίας και ΝΑ Ευρώπης σύμφωνα με το «naftemporiki.gr».
«Η Ελλάδα έχει επιτύχει μια τεράστια προσαρμογή. Διατηρεί αδυναμίες (κάποιες που δεν διορθώθηκαν, άλλες που προκλήθηκαν από την κρίση), αλλά ανακάμπτει» παρατήρησε ο κ. Φέσσας, προσθέτοντας ότι «για να πάμε καλύτερα θα πρέπει να διαφυλάξουμε τα οφέλη και να χαρτογραφήσουμε προσεκτικά τα επόμενα βήματα».
Όπως επεσήμανε ο πρόεδρος του ΣΕΒ παρά τη βελτίωση σε πολλούς τομείς, οι επενδύσεις «εξακολουθούν να παρεμποδίζονται από τη γραφειοκρατία, τις διαδικασίες χορήγησης αδειών, καθώς και την υψηλή, προοδευτική, αόριστη και απρόβλεπτη φορολογία».
Στον αντίποδα εξέφρασε την εκτίμηση ότι στην Ελλάδα «η τιμή είναι σωστή», σημειώνοντας ότι οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων είναι χαμηλές, τόσο σε μετοχές όσο και σε ακίνητα. Επιπλέον σημείωσε πως «οι μισθοί μειώθηκαν επίσης, παρά το γεγονός ότι αφορούν εργατικό δυναμικό υψηλών προσόντων».
Αναφερόμενος σε μια σειρά προκλήσεων για την ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων, ο κ. Φέσσας υπογράμμισε ότι οι φορολογικοί συντελεστές είναι μεταξύ των υψηλότερων και πιο προοδευτικών στην ΕΕ, ιδίως για το εργατικό δυναμικό και τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.
Επίσης όπως είπε το φορολογικό σύστημα παραμένει ασταθές και αδιαφανές. Τόνισε δε την ανάγκη να γίνουν περισσότερα στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων και των μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να δημιουργηθούν οι αναγκαίες νέες επενδυτικές ευκαιρίες, εξακολουθούν να εκκρεμούν, παρά τη συνεχιζόμενη αποεπένδυση.

Ψηφιακό κανάλι πώλησης διαθέτουν 7.000 ελληνικές εταιρείες

Με ταχείς ρυθμούς αναπτύχθηκε και το 2018 το ηλεκτρονικό εμπόριο. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε ο ΣΕΛΠΕ και το Εργαστήριο Ηλεκτρονικού Εμπορίου (ELTRUN) του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών καταγράφηκε ρυθμός μεγέθυνσης μεταξύ 15% και 20%. Όπως μεταδίδει το ΑΠΕ – ΜΠΕ από την έρευνα προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που διαθέτουν ψηφιακό κανάλι πώλησης στην Ελλάδα προσεγγίζουν τις 7.000, η κατηγορία ηλεκτρονικών αγορών που εμφανίζει τη μεγαλύτερη αύξηση είναι το έτοιμο φαγητό ενώ οι Έλληνες καταναλωτές προτιμούν ολοένα και περισσότερο ελληνικά ηλεκτρονικά καταστήματα και αυξάνουν τη χρήση των φορητών συσκευών (τηλέφωνο, tablet) για την αναζήτηση πληροφοριών, πραγματοποιούν όμως τις αγορές τους κυρίως μέσω του προσωπικού υπολογιστή. Αναλυτικότερα, τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας:
-Στην ερώτηση σε ποιές κατηγορίες προϊόντων/υπηρεσιών πραγματοποιήσατε τουλάχιστον μια αγορά μέσω Internet την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2018, «διαμονή σε καταλύματα» κατατάχθηκε πρώτη με το 50% των απαντήσεων. Ακολουθούν ταξιδιωτικές υπηρεσίες (46%), έτοιμο φαγητό (43%), ένδυση/υπόδηση (42%), εξοπλισμός Η/Υ (41%), ηλεκτρονικές συσκευές (40%), εισιτήρια για εκδηλώσεις (39%), βιβλία (37%), οικιακά είδη (36%), είδη φαρμακείου (30%), προσωπική φροντίδα (30%) και ασφάλειες (26%). Στις κορυφαίες αυτές κατηγορίες δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στις κατατάξεις σε σχέση με το 2017 με εξαίρεση την σημαντική αύξηση για την «παραγγελία έτοιμου φαγητού».
-Το 85% κάνει πάνω από το 80% των online αγορών του από ελληνικά ηλεκτρονικά καταστήματα, σημαντική εξέλιξη αφού το 2016 μόνο το 60% των καταναλωτών είχε την αντίστοιχη συμπεριφορά. Αυτό σχετίζεται με τον αριθμό των ελληνικών ηλεκτρονικών καταστημάτων που λειτουργούν αλλά και τις ολοκληρωμένες υπηρεσίες που προσφέρουν. Με βάση εκτιμήσεις του GRECA, στην Ελλάδα λειτουργούν 7.000 εταιρίες με ψηφιακό κανάλι πώλησης.
-Το 2018 παρατηρήθηκε αύξηση κατά 20% του μέσου αριθμού των online αγορών στο εννεάμηνο από 12,26 (2017) σε 14,86 (2018), κατά 20% επίσης της συνολικής μέσης αξίας των online αγορών και κατά 35% των online αγοραστών πραγματοποιούν ψηφιακά 1 στις 2 συνολικές τους αγορές (από 31% το 2017)
Το μόνο ανησυχητικό στοιχείο για την μελλοντική ανάπτυξη είναι ο αριθμός των νέων online αγοραστών, καθώς από το δείγμα της έρευνας μόλις το 1% ξεκίνησε τις διαδικτυακές αγορές το 2018. Το 41% των online αγοραστών ξεκίνησε να αγοράζει διαδικτυακά πριν το 2010 ενώ το 25% την τελευταία τριετία κυρίως λόγω της επίδρασης των capital controls και της ανάπτυξης των ψηφιακών πληρωμών.
-Το 25 % των συνολικών διαδικτυακών αγορών από τους online αγοραστές πραγματοποιήθηκε μετά από επίσκεψη σε φυσικό κατάστημα.
-Τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι online αγοραστές αφορούν κυρίως την παράδοση των προϊόντων όπως τις υψηλές χρεώσεις παράδοσης (70%), το ωράριο παραλαβής των προϊόντων (31%) και την παραλαβή ελαττωματικών προϊόντων (15%). Η δεύτερη κατηγορία προβλημάτων αφορά την υποστήριξη όπως η δυσκολία πληροφόρησης μετά την αγορά (19%) και η δυσκολία στην τηλεφωνική επικοινωνία (13%).