Η αδυναμία αποπληρωμής ΕΝΦΙΑ και φόρου εισοδήματος αυξάνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές .

Το «δίδυμο» φόρων , ΕΝΦΙΑ και φόρος εισοδήματος αποδείχθηκε στην πράξη δυσβάσταχτο για τους πολίτες και έφερε αύξηση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, τα οποία επεξεργάστηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, στο τέλος Σεπτεμβρίου ο αριθμός των οφειλετών με ληξιπρόθεσμα χρέη έως 500 ευρώ αυξήθηκε κατά 312.812 σε σχέση με το τέλος του 2017.
Τα δε ληξιπρόθεσμα, το τρίτο τρίμηνο αυξήθηκαν στα 7,837 δισ. ευρώ.
Πιο αναλυτικά το πλήθος των οφειλετών με ληξιπρόθεσμα χρέη αυξήθηκε από 4.068.857 στο τέλος του 2017 σε 4.312.395 τον Σεπτέμβρη (άνοδος 5,99%), αλλά οι «μικροί οφειλέτες» με χρέη έως 500 ευρώ αυξήθηκαν στο ίδιο διάστημα κατά 14,21% (από 2.201.910 σε 2.514.722). Τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη διογκώθηκαν στο 9μηνο στα 7,837 δισ. ευρώ (συν 450 εκατ. ευρώ τον Σεπτέμβριο) και μαζί με τις συσσωρευμένες οφειλές παλαιότερων ετών έφτασαν τα 103,9 δισ. ευρώ.
Εξετάζοντας την πορεία του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου κατά το τρίτο τρίμηνο του 2018, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή παρατηρεί ότι σε μηνιαία βάση, τον Ιούλιο (στοιχεία κατά την 1/8/2018) αυξήθηκε κατά 345,82 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην επιβάρυνση από τη λήξη της πρώτης δόσης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Η αύξηση συνεχίστηκε και τον Αύγουστο (στοιχεία κατά την 1/9/2018) και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό (939,50 εκατ. ευρώ). Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή η επιβάρυνση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προήλθε σε μεγάλο βαθμό από μικρό αριθμό οφειλετών με υψηλές οφειλές, οι περισσότερες εκ των οποίων ταξινομούνται στην κατηγορία δανείων (καταπτώσεις εγγυήσεων ελληνικού δημοσίου) και δευτερευόντως στην κατηγορία ΦΠΑ.
Τον Σεπτέμβριο (στοιχεία κατά την 1/10/2018), τέλος, παρατηρήθηκε νέα αύξηση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου κατά 449,92 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, που οφείλεται στην επιβάρυνση από λήξεις των δόσεων του φόρου εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ και δικαιολογείται στο πλαίσιο της εποχικής διακύμανσης του συγκεκριμένου υπολοίπου.